δεισιδαιμονία

δεισῐδαιμ-ονία, ,
A fear of the gods, religious feeling, Plb.6.56.7, Phld.Herc.1251.10, CIG2737b11 ([place name] Aphrodisias), D.S.1.70, etc.;

ἡ τῶν θεῶν δ. Id.11.89

.
2 in bad sense, superstition, Thphr.Char. 16, Plb.12.24.5;

ἡ πρὸς τὰ ζῷα δ. D.S.1.83

; περὶ Δεισιδαιμονίας, title of work by Plu.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεισιδαιμονία — δεισιδαιμονίᾱ , δεισιδαιμονία fear of the gods fem nom/voc/acc dual δεισιδαιμονίᾱ , δεισιδαιμονία fear of the gods fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονίᾳ — δεισιδαιμονίαι , δεισιδαιμονία fear of the gods fem nom/voc pl δεισιδαιμονίᾱͅ , δεισιδαιμονία fear of the gods fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονία — Ο φόβος προς τους δαίμονες (θεούς), η θεοσέβεια· ο φόβος για τις υπερφυσικές δυνάμεις· ο φόβος για τα πονηρά δαιμόνια. Η ύπαρξη δ. είναι συνυφασμένη κυρίως με τις πρώτες φάσεις της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου. Ανάγεται στη συναίσθηση της… …   Dictionary of Greek

  • δεισιδαιμονία — [дискдэмониа] ουσ. Θ. суеверие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δεισιδαιμονία — η φόβος για δαίμονες και υπερφυσικά όντα που προκαλούν κακό στον άνθρωπο: Στις αρχαίες φυλές υπήρχαν πολλές δεισιδαιμονίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεισιδαιμονίας — δεισιδαιμονίᾱς , δεισιδαιμονία fear of the gods fem acc pl δεισιδαιμονίᾱς , δεισιδαιμονία fear of the gods fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονίαι — δεισιδαιμονία fear of the gods fem nom/voc pl δεισιδαιμονίᾱͅ , δεισιδαιμονία fear of the gods fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονίαν — δεισιδαιμονίᾱν , δεισιδαιμονία fear of the gods fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονιῶν — δεισιδαιμονία fear of the gods fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονίαις — δεισιδαιμονία fear of the gods fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεισιδαιμονίην — δεισιδαιμονία fear of the gods fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.